Σάββατο, Νοεμβρίου 07, 2009


«Έφυγε» το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης 5 Νοεμβρίου ο π. Ελευθέριος Λειβαδάρος, για περισσότερα από 54 χρόνια ιερέας της ενορίας του Μεγαλοχωρίου.

Για το γεγονός, για την προσωπικότητα και το έργο του αείμνηστου ιερέα,
ο κ. Ιωσήφ Πέρρος, πάντοτε συνεπής στην παρακολούθηση της επικαιρότητας του νησιού, μας έστειλε δυό κείμενα. το ένα το συνέταξε ο ίδιος, ενω το δεύτερο αποτελεί … κληρονομιά της γιαγιάς του Γουλιελμίας Συρίγου – Μονιούδη.

Από το βιβλίο “ Η Σαντορίνη μου” της Γουλιελμίας Συρίγου – Μονιούδη διαβάζουμε: “ νέος μαθητευόμενος κοντά στο συγχωριανό του αείμνηστο παπά – Μάρκο Βασσάλο όπου και διδάχτηκε πολλά. Πριν έλθει στο Μεγαλοχώρι ήταν εφημέριος στο Βουρβούλο... Διαδέχθηκε το 1954 τον αείμνηστο ιερομόναχο Λουκάκη. Ακούραστος στα καθήκοντά των εκκλησιών του μέχρι και το πιο μακρινό ξωκκλήσι του χωριού ο παπά – Λευτέρης πρόθυμος στις υποχρεώσεις του ποιμνίου του, ονομαστός για το χάρισμά της φωνής του. Διακρίθηκε για τον σεβασμό του και την ευλάβειά του που τον χαρακτηρίζουν στις δεκαετίες που πέρασαν μέχρι και των ημερών μας, ώστε να διατηρηθεί η πλούσια θρησκευτική της κληρονομία στο Μεγαλοχώρι.
Για τον σεμνό λευίτη του χωριού μας λένε ότι όποιος δεν έχει παρακολουθήσει τον κατανυχτικό του εσπερινό, ή δεν τον έχει ακούσει να σημαίνει τις καμπάνες της Παναγιάς με τρόπο τόσο αρμονικό και ρυθμικό έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος από την ομορφιά που διατηρεί και σήμερα το Μεγαλοχώριο”


Ο πατήρ Ελευθέριος, με καταγωγή από το Εμπορείο Σαντορίνης, ήρθε στο Μεγαλοχώρι, να ιερουργήσει πριν από πενήντα χρόνια. Πριν έλθει στο Μεγαλοχώρι ήταν εφημέριος στο Βουρβούλο.
Έχει την μεγάλη ευτυχία να αποκτήσει μαζί με την παπαδιά, την κυριά Κατερίνα, μια πολυμελή οικογένεια. 7 παιδιά, 13 εγγόνια (ίσως να ξεχνάω κανένα), 5 δισεγγόνα.
Ακούραστος στα καθήκοντα των εκκλησιών του μέχρι και το πιο μακρινό ξωκλήσι του χωριού, πάντα πρόθυμος στις υποχρεώσεις του ποιμνίου του, ονομαστός για το χάρισμα της φωνής του. Διακρίθηκε για το σεβασμό και την ευλάβεια που τον χαρακτηρίζουν στις δεκαετίες που πέρασαν μέχρι και των ημερών μας, ώστε να διατηρηθεί η πλούσια θρησκευτική της κληρονομιά στο Μεγαλοχώρι.
Πριν από λίγες ημέρες ο παπάς μας, έπαθε ένα ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Αυτή ήταν η αφορμή να συγκεντρώσω σ ένα άρθρο, συνοπτικά τα βιώματά μου από τον παπα Λεφτέρη
Πριν από μερικά χρόνια, κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής γιορτής του χωριού προς τιμήν των Αγίων Αναργύρων (άγιων προστάτιδων του χωριού), την Ιη Ιουλίου, τιμήθηκε μέσω του Μητροπολίτη πρώην Θήρας κ. Παντελεήμονα, από την Εκκλησία της Ελλάδας, για την πεντηκονταετή του ιερατική παρουσία. Αυτή τη βράβευση, μετά από λίγες ημέρες την έβαλε μέσα στο ιερό και την παρουσίαζε στους ξενοχωρίτες καθώς και στους χωριανούς , με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. Η βράβευση αυτή, μπορεί να ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τον ίδιον, αλλά αυτά που προσέφερε είναι πολύ πιο σημαντικά για όλους. Ο παπάς μας ήταν για μισό και πλέον αιώνα δίπλα σε όλους, για όλους. Μαζί στις χάρες, μαζί στις θλίψες. Μαζί στις γεννήσεις μαζί και στους θανάτους.

Δεν ξέρω αν είμαι άξιος να κρίνω την ιερατική λειτουργία του παπά μας, αλλά θα ήθελα να σας παρουσιάσω μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, που κάποια, ίσως μόνο τα «παπαδάκια» μπορούσαν να διακρίνουν.

Το βασικό του χαρακτηριστικό, ήταν η μελωδική φωνή του. Δεν ήξερες αν εκείνη την ώρα έβγαινε η φωνή από τα χείλη Αγγέλου, ή από χείλη ανθρώπου. Αργά και σταθερά έψελνε και φαινόταν ότι είχε ύψιστη συναίσθηση του τι έκανε εκείνη τη στιγμή. Είχε μία καθαρή και αγνή χροιά φωνής, που δεν τον εμπόδιζε να ψέλνει από τις πιο χαμηλές κλίμακες μέχρι τις πιο υψηλές νότες. Πάντα, όταν έπρεπε να ψάλλει, αρχικά δεν έψελνε κανείς άλλος μαζί του για να ακούσουμε τις ψαλμωδίες από αυτόν. Όταν έκαναν λάθος τόνο οι ψαλτάδες πάντα χωρίς να πει τίποτα έψελνε μόνος του για να τους διορθώσει.
Tο Μεγαλοχώρι είναι ένας τόπος καταγωγής πολλών ιερέων, εκτός των άλλων. Για τον σεμνό Λευίτη του χωριού μας λένε ότι όποιος δεν είχε παρακολουθήσει τον κατανυχτικό του εσπερινό ή δεν τον έχει ακούσει να σημαίνει τις καμπάνες της Παναγιάς, με τρόπο τόσο αρμονικό και ρυθμικό έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος από την ομορφιά του Μεγαλοχωρίου. Όποιο από τα παπαδάκια, μπορούσε να προλάβει τον παπά όταν κατέβαινε από το καμπαναριό της Παναγιάς, θα του φαινόταν ότι είχε τελειώσει μία συνομιλία με τους Αγγέλους που προστάτευαν το χωριό, τους είχε «καλέσει» στην Παναγιά και ήταν έτοιμος να ξεκινήσει να λειτουργεί. Φαίνεται ότι έπαιρνε από κάπου ανώτερα δυνάμεις. Πάντα θα μείνει στα αυτιά μας ( και στις ψυχές μας) ο τρόπος που σήμαινε ο παπάς τις καμπάνες. Αυτός ο ήχος που μόνο μέσα από τα γεροντικά χέρια του παπά «έβγαινε». Ήταν σαν μαέστρος που καθόριζε τη σειρά που θα παίξουν τα όργανα της ορχήστρας του. Πολλοί (χωριανοί-παπαδάκια), προσπάθησαν να σημάνουν τις καμπάνες της Παναγιάς, κανείς δεν κατάφερε να τον πλησιάσει. Θα φανεί περίεργο αυτό που θα πω, αλλά έχω την εντύπωση ότι βοήθησε ο ήχος της καμπάνας που χτυπούσε ο παπάς, στην πίστη των Μεγαλοχωριανών. Ήταν κάτι που οδηγούσε ψηλά.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του παπά που θυμάμαι, ήταν όταν στην Μικρή Είσοδο του Εσπερινού, όταν μας μάθαινε το «φως ιλαρόν», μας κρατούσε πάντα ίσο για να μάθουμε να ψέλνουμε. Ή όταν κατά τη διάρκεια του Άγιου Δεκαπέντε, στις παρακλήσεις της Παναγιάς, μετά το τέλος των τροπαριών όταν έπρεπε να θυμιάσει ξεκίναγε πάντα το «άξιον εστίν ως αληθώς», κράταγε το ίσο χτυπώντας τα χέρια του στην Αγία Τράπεζα, έτσι ώστε να μας δείξει πώς πρέπει να ψάλλουμε όλοι μαζί. Το τελευταίο καλοκαίρι, ο αδερφός μου κατά τη διάρκεια μιας λειτουργίας, ίσως την πιο ιερή στιγμή, στο «Λάβετε φάγετε» όπου το κρασί μετουσιώνεται σε αίμα και το πρόσφορο σε σώμα του Χριστού, μου είπε ότι δεν περίμενε να έχει συγκινηθεί ο παπάς τόσο, καθώς έβλεπε την ηρεμία στα μάτια του και την ευλαβικότητα του στο πρόσωπό του.
Κάθε Δεκαπενταύγουστο, (και) το χωριό μας τιμά την Δέσποινά μας, την Κοίμηση της Παναγιάς. Η εορτάζουσα εκκλησιά βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, δίπλα από την Παναγιά. Τα περισσότερα (λαμπάδες, πανέρι, άμφια κ.λ.π.), τα μεταφέρναμε από την Παναγιά. Ενώ είχε σημάνει γιορτινά, και ξεκίνησε ο πανηγυρικός εσπερινός, ψάχναμε στο ιερό να βρούμε το κοντάρι που ανάβει τους πολυελαίους. Ρωτήσαμε τον παπά αν το έφερε, και εκείνος είπε ότι το ξέχασε. Ασυναίσθητα του είπα δεν πειράζει και ότι θα πεταγόμουνα να το έπαιρνα. Τότε εκείνος γυρνά με ένα ύφος στεναχώριας και μου λέει: « εμένα όμως πειράζει, γιατί εγώ το ξέχασα». Δεν ξέρω πως το πήρε. Δεν ξέρω τι αισθάνθηκε εκείνη τη στιγμή, αλλά μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η απάντησή του.
Πάντα όταν συνιερουργούσε με άλλους ιερείς, ή ακόμα βρισκόταν ο Επίσκοπος της περιοχής στο χωριό, έκανε τα πάντα για να είναι ευχαριστημένοι. Αν και είναι ο γηραιότερος, γινόταν πάντα διάκονος για όλους. (Αυτό, φυσικά συνέβαινε και με το ποίμνιό του. )

Τη δεύτερη Κυριακή των Νηστειών, αξιώθηκα να βρεθώ στην Παναγιά των Εισοδίων, στο Μεγαλοχώρι. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, έγινε κατανυκτικός εσπερινός προεξάρχοντος, του Μητροπολίτη μας κ.κ. Επιφανείου, με τη συμμετοχή πλήθος ιερέων από όλα τα χωριά του νησιού. Ο παπάς μας, συμμετείχε στο εσπερινό και παρατήρησα ότι για άλλη μία φορά, βρέθηκε σε σημείο μεγάλου σεβασμού από τους άλλους ιερείς. Μέσα στο ιερό υπήρχε ένας μικρός καναπές για να κάθεται ο εκάστοτε ιερέας. Όταν μπήκε στο ιερό, ένας νέος σε ηλικία ιερέας που δεν περίμενε να δει, τον «ανάγκασε» να καθίσει στην πολυθρόνα του, για να του δείξει την αγάπη του.
Προσπάθησε να μην αφήσει κανέναν με παράπονο, αν και δεν βρήκε την ίδια ανταπόκριση. Οι περισσότεροι πάντα τον ακούγαμε με σεβασμό σε οτιδήποτε έλεγε. Στις εκκλησίες του χωριού που γιόρταζαν το καλοκαίρι, πάντα πήγαινε μία δυο μέρες πριν, είτε για να δει το στολισμό, είτε για να δει αν λείπει κάτι, είτε να μιλήσει με τον ιδιοκτήτη ( αν τυχόν ήταν ιδιωτική ) για την πανήγυρη, δηλαδή για το προσφερόμενο φαγητό από κάποιον πιστό μετά το τέλος της λειτουργίας στους πιστούς), είτε ακόμα να δει αν γαλαχτίστηκε καλά η εκκλησία, ώστε να δει αν είναι έτοιμη να δεχτεί τους πιστούς.
Τέλος, ήταν αυτός που κράτησε αναλλοίωτες τις θρησκευτικές παραδόσεις του τόπου μας, είτε αυτές λέγονται Πασχαλινά έθιμα, είτε οτιδήποτε άλλο.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να σας παρουσιάσω τον παπά για τον άνθρωπο και προς το συνάνθρωπο, τον σεβάσμιο παπά μας. Ξέρω όμως, ότι πολλοί, έμαθαν να αγαπούν την εκκλησιά, από τον τρόπο που ιερουργούσε ο παπα Λεφτέρης. Είναι ο άνθρωπος που έζησε, κατά τη γνώμη μου, για το δούναι και όχι για το λαβείν. Μπορεί από κάποιους να πληγώθηκε, μπορεί κάποιοι να τον πλήγωσαν, ζητώ εκ μέρους τους συγγνώμη. Οι περισσότεροι ευεργετήθηκαν. Για όλους εμάς, εκφράζω τις ευχαριστίες μας, και προσεύχομαι όπως η Παναγιά η Τρανή, καθώς και όλοι οι Άγιοι του Μεγαλουχωριού τον προστάτευσαν επί πενήντα και πλέον χρόνια, έτσι να του δίνουν υγεία, μακροημέρευση και κάθε καλό, τώρα που παραιτήθηκε από τα επίσημα χαρτιά του της Μητρόπολης, mιας και σίγουρα δεν παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του.
.................................