Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2012

η ερώτηση της ΤΕΔΚ και η απάντηση του υπουργείου για το τέλος επί των ακαθαρίστων εσόδων συγκεκριμένων κατηγοριών καταστημάτων

Μετά από ερώτημα που υπέβαλλε το Τοπικό Παράρτημα Κυκλάδων της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Νοτίου Αιγαίου, προς το Υπουργείο Εσωτερικών, με θέμα την «επιβολή τέλους επί των ακαθαρίστων εσόδων των καταστημάτων που ορίζονται στο άρθρο 20 του Ν. 2539/1997 και λειτουργούν εντός της χερσαίας ζώνης λιμένα ή όμορα αυτής», εκδόθηκε η με αρ. 51 εγκύκλιος του Υπουργείου, στην οποία αναφέρονται τα εξής:

«Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2539/97 όπως ισχύει, στην περιφέρεια των δήμων που εφαρμόζεται το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, επιβάλλεται υποχρεωτικά τέλος επί των ακαθαρίστων εσόδων συγκεκριμένων κατηγοριών καταστημάτων (καταστήματα πώλησης φαγητού, καφέδων, κλπ), ενώ στην περίπτωση που δεν ισχύει το ως άνω σύστημα, η επιβολή του τέλους εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του οικείου δήμου, απαιτούμενης σχετικής απόφασης από το δημοτικό συμβούλιο. Αν το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων ισχύει για τμήμα μόνο της περιφέρειας του δήμου, στο τέλος υπόκεινται ευθέως από το νόμο (υποχρεωτικά) μόνο τα καταστήματα που λειτουργούν στο τμήμα αυτό.
Κατόπιν απόφασης του δημοτικού συμβουλίου μπορεί επίσης να επιβάλλεται το ανωτέρω τέλος και σε πρόσθετες κατηγορίες καταστημάτων που περιοριστικά αναφέρονται στις ανωτέρω διατάξεις, όπως καταστήματα τουριστικών ειδών, ειδών λαϊκής τέχνης, κλπ.
Κατά πάγια νομολογία το ανωτέρω τέλος, παρά το χαρακτηρισμό του, συνιστά στην πραγματικότητα φόρο που επιβάλλεται υπέρ του οικείου δήμου για την αντιμετώπιση των δαπανών λειτουργίας του και την αύξηση των εσόδων του προς επίτευξη του σκοπού και του προορισμού του. Δε συναρτάται συνεπώς με την υποχρέωση παροχής ειδικής ωφέλειας προς τους βαρυνόμενους με την επιβολή του, όπως ισχύει για τα ανταποδοτικά τέλη (2817/2000 ΣτΕ).
Όπως προκύπτει δε από το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων, η υποχρέωση ή ευχέρεια του δήμου να επιβάλλει το συγκεκριμένο τέλος συναρτάται άμεσα με την εδαφική του περιφέρεια, καθόσον συνδέεται με το σύστημα που ισχύει για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων στα επιμέρους τμήματα αυτής. Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 10 του ν. 3463/2006 (ΚΔΚ), κάθε δήμος έχει ενιαία εδαφική περιφέρεια και κάθε τμήμα της Χώρας ανήκει στην περιφέρεια ενός δήμου.
Στο πλαίσιο των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι τα καταστήματα που βρίσκονται εντός της χερσαίας ζώνης των λιμένων καθώς και πλησίον ή όμορα αυτής υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής του ανωτέρω τέλους σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις και όπως ισχύει για όλα τα αντίστοιχα καταστήματα της χώρας.
Τονίζεται δε ότι για την επιβολή του συγκεκριμένου «φόρου», το ειδικό νομικό καθεστώς που διέπει τις χερσαίες ζώνες λιμένων (Β.Δ. 14/19-01-1939 ΦΕΚ Α΄24, ν. 3153/2003, 2971/2001, 2575/1998) είναι εν προκειμένω αδιάφορο, καθόσον αυτός αποτελεί θεσμοθετημένο έσοδο των ΟΤΑ α΄ βαθμού και η βάση επιβολής του (φορολογική βάση) είναι τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από την οικονομική δραστηριότητα συγκεκριμένων νομικών και φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως της περιοχής που αυτά εδρεύουν ή δραστηριοποιούνται.
Άλλωστε κατά πάγια αρχή οι φορολογικές διατάξεις ερμηνεύονται στενά και ως εκ τούτου κάθε ερμηνεία περί απαλλαγής των εν θέματι καταστημάτων από το συγκεκριμένο τέλος, καθόσον δεν προβλέπεται ρητά από τη σχετική νομοθεσία, αφενός αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2539/1997, αφετέρου συνεπάγεται άνιση φορολογική μεταχείριση μεταξύ ομοειδών καταστημάτων, με γνώμονα τη θέση τους, ενός ή εκτός ζώνης λιμένα (δηλαδή βάσει «γεωγραφικού κριτηρίου», μη προβλεπόμενου από τις σχετικές διατάξεις)».

Η απάντηση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, σχετικά με το προαναφερόμενο θέμα, ξεκαθαρίζει το θέμα της χωρικής αρμοδιότητας των δήμων, σε ότι αφορά «την είσπραξη του τέλους επί των ακαθαρίστων εσόδων των καταστημάτων που λειτουργούν εντός της χερσαίας ζώνης λιμένα ή όμορα αυτής» και καθιστά υπεύθυνους τους δήμους για την είσπραξη του προαναφερόμενου θεσμοθετημένου εσόδου, ιδιαίτερα στην υφιστάμενη οικονομική συγκυρία που βιώνουμε.